Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Υπήρξε κάποτε μια κοινή θρησκευτική αρτηρία;


Η καταγωγή των Ελευσινίων Μυστηρίων και η σχέση της Ελλάδας με την Ανατολή.


του ζωγράφου
Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου


Οι προηγούμενες διαπιστώσεις, δημιουργούν εύλογα αυτό το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα που θα πρέπει να εξεταστεί. Οι ομοιότητες που εμφανίζουν τα διάφορα θρησκευτικά συστήματα, οδηγούν στην λογική υπόθεση, πως όλες οι θρησκείες αναφέρονται στις ίδιες πρωταρχικές αλήθειες και σε ένα κοινό κέντρο προέλευσης, το οποίο με το πέρασμα των αιώνων και με τις ποικίλες τροποποιήσεις των ιδεών κατά την περίοδο της μεταφοράς τους, χάθηκε στην αχλύ του χρόνου.


Η άποψη αυτή εδράζεται σε πλήθος αποδεικτικών στοιχείων αρχαιολογικού, ανθρωπολογικού, γλωσσολογικού, μυθολογικού, γεωγραφικού, καλλιτεχνικού και θρησκειολογικού ενδιαφέροντος. Για το κοινό κέντρο από το οποίο διαδόθηκαν οι αρχές των θρησκειών και ο πολιτισμός της γης υπάρχουν πολλές θεωρίες. Ανάμεσα στις πιο σοβαρές από αυτές υπάρχουν εκείνες, που τοποθετούν κατά αρχήν το κέντρο αυτό στην Ανατολή, αν και διαφωνούν ως προς το σημείο. Άλλοι πιστεύουν πως βρισκόταν στην Αίγυπτο και άλλοι στην Ινδία, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως το κέντρο αυτό βρισκόταν στον ευρύτερο Αιγαιακό χώρο της προϊστορικής Ελλάδας. Οι αποκλίσεις των απόψεων άπτονται του ζητήματος της ορθότητας της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας και της διάδοσης των αρχών του πολιτισμού. Τέλος υπάρχουν και άλλοι που δεν δέχονται την ύπαρξη κανενός συγκεκριμένου γεωγραφικού κέντρου.

Θα εξετάσουμε ορισμένες από αυτές τις απόψεις, προσβλέποντας, στο βαθμό που είναι εφικτό, στο να εξάγουμε κάποια σχετικά ασφαλή συμπεράσματα για το ζήτημα που μας απασχολεί. Κατά αρχήν για την προέλευση ή όχι από την Ανατολή και έπειτα για το αν το κέντρο ήταν στην Ινδία, ή στην Αίγυπτο ή στην Προϊστορική Ελλάδα ή τελικά, αν όντως είναι πιθανή ή ύπαρξη κάποιου κέντρου.

Η θεωρία, ότι η Αίγυπτος υπήρξε η μητέρα όλων των θρησκειών και η πηγή όλων των ανθρώπινων γνώσεων δεν είναι νέα, είναι μια υπόθεση, που υιοθετήθηκε από όλους σχεδόν τους συγγραφείς του 18ου αι.. Πρώτοι οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι την καθιέρωσαν[1]. Χωρίς να αναφερθούν όλοι οι πολυάριθμοι οπαδοί αυτής της ιδέας ανάμεσα στους συγγραφείς, θα αναφέρουμε τους ιστορικούς deSaint-Croix, Dupuis. Ορισμένοι, μάλιστα, όπως οι Kaempfer, Huet, La Croze, Brucker έφτασαν στο σημείο να πιστέψουν ότι η Ινδία ήταν μια αιγυπτιακή αποικία.

Όμως ο Ακαδημαϊκός abbe Mignot στα πέντε υπομνήματά του[2] διαφωνεί ριζικά με την υπόθεση που θέλει την Αίγυπτο κέντρο του πολιτισμού. Αποδεικνύει ότι οι Ινδοί δεν πήγαν ποτέ να αναζητήσουν τα φώτα τους στην Αίγυπτο και πως οι Αιγύπτιοι δανείστηκαν τα πάντα από την Ασία. Ο Ouvaroff υπενθυμίζει πως δεν πρέπει να σταθούμε στην προσπάθεια να συμφιλιώσουμε μερικές ελαφρές αντιθέσεις είτε στη θρησκευτική λατρεία είτε στην πολιτική οργάνωση. Καθώς: «Είναι φανερό ότι παντού τα στοιχεία και τα τοπικά έθιμα προσκολλώνται σε παράξενες ιδέες και συχνά τις εκφυλίζουν»[3]. Είναι πολύ αξιόλογο το γεγονός ότι ο ιερέας της Σάϊτος, που ο Πλάτων τον βάζει να ομιλεί στον διάλογό του: Τίμαιος, αρχίζει την ιστορία της χώρας του με αυτή της Ατλαντίδας. Ο Bailly είχε ήδη κάνει αυτή την παρατήρηση. Είναι μια επίσημη απόδειξη ότι οι Αιγύπτιοι ήξεραν ότι δεν ήταν Αυτόχθονες και άρα οι ιερείς είχαν μεταφέρει τις θείες γνώσεις τους από κάπου αλλού εκτός Αιγύπτου. Εντούτοις, αυτό δεν αποδεικνύει, ότι ήξεραν την πραγματική καταγωγή τους.

Οι ιερείς της Αιγύπτου εθεωρούντο ασιατικής καταγωγής, ακόμα και από τους αρχαίους. ΟZonare λέει μιλώντας για την επιστήμη των Αιγυπτίων: «Εκ Χαλδαίων γαρ λέγεται φοιτήσαι ταύτα προς Αίγυπτον, κακείθεν προς Έλληνας[4]».Ένα επιπλέον γεγονός που πιστοποιεί τις αρχαίες σχέσεις της Ινδίας και της Αιγύπτου, διαπιστώνεται στον Ευσέβιο[5]: «Τον Δημιουργόν, όν Κνήφ οι Αιγύπτιοι προσαγορεύουσιν, την χροιάν εκ κυανού μέλανος έχοντα, κρατούντα ζώνην και σκήπτρον (λέγουσιν)». Είναι αδύνατο να μην αναγνωρίσουμε σ΄αυτή την εικόνα τον Βισνού τον Ινδό. Στη μυθολογία των Ιντού, λέει ο Wilford[6], το χρώμα του Βράχμα είναι κόκκινο, του Βισνού βαθύ κυανό, του Χάρα λευκό. Γνωρίζουμε επίσης από τους Πουράνα, ότι ο Βισνού είχε την Αίγυπτο υπό την προστασία του. Ο Wilford λέει εξάλλου: Ο Όσιρις σε μαύρο χρώμα είναι ο Βισνού[7].

Από τα αρχαιότερα Μυστήρια το πιο σημαντικό ήταν τα Ελευσίνια, που συνδέονταν άμεσα με την Δα=γη, Δα-μάτερ, Μητέρα Γη, Δήμητρα, χθόνια θεότητα που εμφανίζεται κοινή στο στάδιο αυτό, σαν αρχικό φυσικό πρότυπο όλων των θρησκειών. Η ίδρυσή τους αποδιδόταν ή στην ίδια την θεά ή σε ξένους αποίκους, ενώ οι Αιγύπτιοι ιερείς διεκδικούσαν την τιμή της μετάδοσης στους Έλληνες των πρώτων στοιχείων του πολυθεϊσμού. Ο Ηρόδοτος που επισκέφθηκε την Αίγυπτο ανάμεσα στα 454-445 π.Χ, μας πληροφορεί, ότι οι Αιγύπτιοι έλεγαν πως πρώτοι καθιέρωσαν τα ονόματα των δώδεκα θεών κι ότι από αυτούς τα πήραν οι Έλληνες, και πρώτοι αφιέρωσαν στους θεούς βωμούς και αγάλματα και ναούς και σκάλισαν παραστάσεις πάνω σε πέτρα[8].

Εν τούτοις, απ΄όλες τις ανακαλύψεις, που αποδεικνύουν ίσως τη μεγάλη επίδραση της Ανατολής, η σημαντικότερη που έχει και τη μεγαλύτερη σχέση και συνδέει την Ινδία με τα Ελευσίνια Μυστήρια, την Ελλάδα και την Αίγυπτο, βρίσκεται στον πέμπτο τόμο των Υπομνημάτων της Ασιατικής Εταιρείας. Την παραθέτει ο Ouvaroff: «Όταν τελείωνε η τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων, η συνέλευση έληγε με τα λόγια: Κόγξ όμ πάξ. Αυτές οι μυστηριώδεις λέξεις, που ως σήμερα φαίνονταν ανεξήγητες, είναι σαφώς σανσκριτικές[9]». Οι Βραχμίνες, οι γυναίκες των Βραχμάνων, ακόμα τα χρησιμοποιούν στο τέλος πολλών θρησκευτικών τελετών. Στη γλώσσα των θεών, όπως ονόμαζαν οι Ινδοί τη γλώσσα των ιερών τους βιβλίων, εκφράζονται αυτές οι λέξεις ως Kanska, om, Pakscha.

Αυτή η ανακάλυψη του Wilford, όχι απλώς προσδίδει την αληθινή προέλευση των μυστηρίων, αλλά αποκαλύπτει ακόμη τις κρυφές και πολυάριθμες σχέσεις που συντήρησαν την επίδραση των ανατολικών ιδεών στον πολιτισμό της αρχαιότητας. Συμπερασματικά, προκύπτει το γεγονός, πως τα θρησκευτικά Μυστήρια της Ελλάδας είχαν ξένη καταγωγή και ότι η Αίγυπτος δεν είδε ποτέ τη γέννησή τους, αφού η πραγματική τους πατρίδα αποκαλύπτεται από τις τρεις αυτές λέξεις. Αυτά τα γεγονότα θα ήταν αρκετά θετικά και θα αποδείκνυαν, ακόμα και χωρίς τη σύμπτωση των ιδεών, ότι τα Μυστήρια, αφού μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και ενώθηκαν με αρκετό αριθμό τοπικών ιδεών, ουδέποτε διέψευσαν την προέλευσή τους, που ήταν πολύ κοντά στο λίκνο των ηθικών και θρησκευτικών ιδεών του σύμπαντος. Τελικά όλα αυτά τα μεμονωμένα γεγονότα, όλες αυτές οι σκόρπιες μαρτυρίες συνδέονται, πιθανόν, με την κάθε άλλο παρά στείρα θεωρία, που τοποθετεί στην Ανατολή την εστία των φώτων και το κέντρο του πολιτισμού της γης.

Για την ενίσχυση των επιχειρημάτων παραθέτω ορισμένα ακόμη στοιχεία. Ο Σ. Βάλλας[10] αναφέρει την ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ του ονόματος του Προμηθέα και του ινδικού οργάνου παραγωγής φωτιάς που λέγεται Πράμανθα. Ο Προμηθέας που θεωρείται «δαίμων της φωτιάς», είναι κατά τη διάρκεια της δράσης του θεός φωσφόρος,πυρφόρος και γεννήτωρ. Η φωτιά προέρχεται, γεννιέται από την τριβή δύο ξύλων που αποτελούν τό Πράμανθα. Η πράξη στα σανσκριτικά είναι γνωστή ως μανθάμι, μαθνάμι και σημαίνει:προστρίβειν, κινείν, κτάσθαι δια προστριβής. Ο Ησίοδος διηγείται το μύθο ως εξής[11]:

«Ο Δίας έκρυψε τη φωτιά. Μ΄αυτός του Ιαπετού
ο τρισάξιος γιος, στάθηκε εκείνος πάλι, που απ΄τον
βαθύβουλο τον Δία έκλεψε, για τους ανθρώπους
μέσα σε καλάμι κούφιο χωρίς ο Δίας ο κεραυνοβολητής
να καταλάβει τίποτα»
                                                                                                           Μετάφραση Λεκατσά.

Αν ο συλλογισμός είναι σωστός, τότε η εικόνα γίνεται πιο ξεκάθαρη. Ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά για να την μεταφέρει στους ανθρώπους και την κρύβει σε ένα κούφιο καλάμι, που στο μύθο αποτελεί μεταφορά της εικόνας του οριζόντιου κούφιου ξύλου (του θηλυκού αρανί), μέσα στην οπή του οποίου, κατά τη φυσική πράξη, το κάθετο ξύλο (το αρσενικό Πράμανθα) περιστρεφόμενο γεννάει την πρώτη σπίθα. Στις Βέδδες, ένας επιβεβαιωτικός ύμνος της σύμφυτης διάδοσης σε οικουμενικότερο πλαίσιο λέει:

«Να το Πράμανθα, ο γεννήτωρ είναι έτοιμος. Φέρε την άνασσα (το οριζόντιο θηλυκό ξύλο) να φτιάξουμε τον Αγνί, κατά  το αρχαίο έθιμο»

Ο Αγνί είναι ο «θείος σπινθήρ», που γεννιέται με την τριβή. Με αυτή την διαπίστωση, είναι βέβαιο, πως μόνο το αρσενικό Πράμανθα διασώθηκε τροποποιημένο στην ελληνική συνείδηση με τον ελληνόφωνο λεκτικό τύπο Προμηθεύς. Εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος της ομοίωσης με το αρσενικό όργανο έχει την επωνυμία γεννήτωρ. Η αναφορά, περισσότερο από μια απλή ένδειξη, αποδεικνύει την αναμφίβολη συνάφεια της ινδικής και ελληνικής παράδοσης στο συγκεκριμένο ζήτημα της δημιουργίας της φωτιάς.

Αν ο αρχικός συλλογισμός έχει σωστή βάση, τότε μας αποδεικνύει κάτι που είναι πολύ πιο ουσιαστικό από τη συνάφεια. Προκύπτει μια ισχυρή απόδειξη προέλευσης και ότι η αρχική ιδέα του μύθου πρέπει να προέρχεται από την Ινδία και πως είναι σίγουρα αρχαιότερη της ελληνικής παράδοσης. Και αυτό, γιατί, ως αρχαιότερη η ινδική παράδοση, συνδέει το Πράμανθα απευθείας με το φυσικό γεγονός της πάραξης της φωτιάς, ενώ η ελληνική μετάπλαση ως νεώτερη, προσπερνά το ίδιο το φυσικό γεγονός, που εξαιτίας της τροποποίησης, εμφανίζεται πλέον στο μύθο του Προμηθέα ως πρόσωπο και οι ιδιότητές του μύθος.

Ο Αγνί ταυτίζεται με τον Σόμα που επίσης γεννιέται από την φωτιά, αλλά ομοιότητες μεταξύ Σόμα και Διονύσου είναι άφθονες. Περιληπτικά, αλλά όχι άσκοπα, υπενθυμίζεται πως ο Σόμα μπήκε στο μηρό του Ίντρα (όπως ο Διόνυσος στο μηρό του Δία), αφού προηγουμένως βγήκε, βέβαια, από τον κόλπο της μητέρας του που κι αυτή κατακεραυνώθηκε (όπως η Σεμέλη από τον Δία). Λέγεται Διντζαμάν, ενώ ο Διόνυσος διμήτωρ, που σημαίνει: από δύο μητέρες (εξού και ο Διθύραμβος).

Για τον Σόμα αναφέρεται πως «γεννιέται από την φωτιά», παραλληλισμός φυσικά με τον Θηβαϊκό μύθο της γέννησης του Διονύσου από την φωτιά του κεραυνού του Δία κατά την εμφάνισή του στη Σεμέλη (για αυτό αποκαλείται πυριγενής). Το συχνότερο από τα επίθετα του Σόμα είναι Δάκχα, παράλληλο ιδίωμα του Βάκχου. Η σχέση του Σόμα με τον Διόνυσο -θεό του οίνου- αποκτά αναμφίβολη αξία από το γεγονός, ότι ο Σόμα που ήταν και θεός της Σελήνης λατρευόταν επίσης και με τη μορφή του σόμα -ενός μεθυστικού ποτού με το οποίο κατά το 1000 π.Χ., γινόταν σπονδή κατά την προσφορά των θυσιών.

Διαπιστώνεται, λοιπόν, μια αντιστοιχία ανάμεσα στα ζεύγη Πράμανθα - Αρανί και Δία – Σεμέλης, κάτι που μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός πως συχνά ο Δίας και ο Προμηθεύς εμφανίζονται ως πρόσωπα που τα χαρακτηρίζουν κοινές ιδιότητες. Ο μύθος, που κάποτε πρέπει να κυκλοφορούσε και στην Ελλάδα με απαράλλαχτη την αρχική ιδιοσυστασία, δεν διασώθηκε τελικά. Σαφέστερα, διασώθηκε παραλλαγμένος στη Θηβαϊκή έκδοση. Ο Βάλλας συμπεραίνει ότι: «Απόδειξη ή ένδειξη δεν έχει μεγάλη σημασία. Όλα αυτά δείχνουν ένα θρησκευτικό τυπικό με ευρείες σε έκταση διαδόσεις, ίσως και πολύ μακρύτερα από την Ινδία, που ακριβώς ποικίλλει και διαφοροποιείται εξαιτίας της διάφορης δεκτικότητας».(σ. 228).

Οι ερευνητές παρατήρησαν, πως πολλά πολιτιστικά επιτεύγματα των αρχαιότατων Ινδιών προσομοιάζουν με εκείνα άλλων χωρών και κυρίως της Σουμερίας. Στο Μοχέντζο-Ντάρο βρέθηκε τέλειο αποχετευτικό σύστημα πόλης. Οι εικαστικές τέχνες ήταν σε σχετικά υψηλή στάθμη. Βρέθηκαν αγαλματάκια (ειδώλια) από πηλό, μαλακό λίθο και ορείχαλκο. Επίσης, έχουν βρεθεί πάνω από 2.000 σφραγίδες –είδος με ευρεία διάδοση σε όλους τους πολιτισμούς της Ανατολής-από στεατίτη, ελεφαντοστούν, χαλκό και πηλό, με εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί σε πολλές από αυτές υπάρχουν επιγραφές με πρωτότυπη ιερογλυφική γραφή, που υπάρχει επίσης και σε πολλά μεταλλικά αντικείμενα.

Τα πρότυπα αυτής της αρχαίας ινδικής γραφής θυμίζουν την πιο παλαιά γραφή των Σουμερίων και άλλων αρχαιότατων λαών της Ανατολής. Δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί, αλλά φαίνεται πως ήταν πλατιά διαδεδομένη. Το αριθμητικό σύστημα ήταν και εδώ δεκαδικό. Οι Χαράππα είχαν βαθμιαία πτώση και παρήκμασαν περί το 2000-1500 π.Χ., οπότε ο πολιτισμός τους εξαφανίστηκε, ίσως από την επίθεση των αρίων φυλών του βεδικού πολιτισμού.

 Οι αρχαίοι που θεωρούσαν τους Ινδούς Αυτόχθονες[12]  πίστευαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Φιλοστράτου και του Λουκιανού[13], ότι οι Αιγύπτιοι είχαν δανειστεί τον πολιτισμό τους από τους Ινδούς. «Γνωρίζω, λέει ο Παυσανίας, ότι οι Χαλδαίοι και οι Μάγοι των Ινδών είναι οι πρώτοι που είπαν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη, απ΄αυτούς το έμαθαν οι Έλληνες και ιδίως ο Πλάτων, γυός του Αρίστωνος»[14]. Ο κλήμης ο Αλεξανδρείας και ο Αγ. Ιερώνυμος αναφέρουν τον Βούδα[15]. Είναι, βέβαιο, ότι ο Ανατολικός πανθεϊσμός, που θεωρούσε το σύμπαν ως μια πνοή του πρώτου Όντος, είχε εισχωρήσει στην Αίγυπτο και την Ελλάδα. Οι Ινδοί φιλόσοφοι ερμήνευαν αυτό το σύστημα με την εικόνα μιας αράχνης που τραβά από τον κόρφο της το νήμα από το οποίο σχηματίζει τον ιστό της, κάθεται στο κέντρο του εργοχείρου της, του μεταδίδει την κίνηση και όταν της αρέσει ξανατραβά προς τον εαυτό της τον ιστό που έβγαλε από το σώμα της[16].

Συνέκριναν τον κόσμο μ΄ένα αυγό. Οι Αιγύπτιοι και οι Έλληνες υιοθέτησαν αυτό το σύμβολο. Την πίστη των Ορφικών, ότι το παν προέκυψε από την πρωταρχική έκρηξη του Κοσμικού Αυγού, βρίσκουμε επίσης στους Σουμέριους, Βαβυλώνιους, Πέρσες, Ασσύριους, Κινέζους, Φοίνικες, ενώ φαίνεται πως συμφωνεί με τη σύγχρονη άποψη της κοσμολογίας για την πρωταρχική έκρηξη. Το αναγνωρισμένο από όλους σύστημα της γραπτής αρίθμησης, τα ψηφία και το μηδέν, που τα πήραν οι λαοί της Εγγύς Ανατολής και έγιναν γνωστά στην Ευρώπη σε κάπως παραλλαγμένη μορφή με το όνομα αραβικοί αριθμοί, οι Άραβες τα έλεγαν «ινδικούς αριθμούς» (ΠΑΓΚ. ΙΣΤ. τ. Β2, σ. 885).

Οι νεότερες έρευνες των άγγλων στη Βεγγάλη, προσδιορίζουν ήδη με έγκυρο τρόπο πολλά συμβάντα σχετικά με την ένωση και τις σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στην Αρχαία Ινδία και την Αίγυπτο. Ό,τι γνωρίζουμε από τις μυθολογικές, ιστορικές και γεωγραφικές τους παραδόσεις μαρτυρεί μια ολοφάνερη σχέση που μπορεί να υιοθετηθεί με σιγουριά. Νέα στοιχεία συμφωνούν απόλυτα με τις αρχαίες μαρτυρίες. Είναι αποδεδειγμένο ότι η Ινδία γνώρισε τον Μισρ και τον Νείλο, ότι η αιγυπτιακή τριάδα αποτελούμενη από τον Όσιρι, τον Ώρο και τον Τυφωέα έχει κοινή καταγωγή με την ινδική τριάδα που αποτελείται από τον Βράχμα, τον Βισνού και τον Μαχαντέβα[17], ότι η φαλλική λατρεία στην Αίγυπτο, πιστή απομίμηση του λίγκαμ των Ινδών (λίγκαμ: φαλλικό σύμβολο του Ινδού θεού Σίβα[18]) μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τον Μελάμποδα[19]. Τέλος ότι η διαίρεση των κοινωνικών τάξεων και η κληρονομικότητα του ιερατείου δεν ήταν εφεύρεση αιγυπτιακή, όπως ισχυρίζεται ο Dupuis. Οι Βραχμάνοι ιερείς ήταν προικισμένοι από το Βράχμα με δύναμη μαγική και με εξουσία επί των πνευμάτων δια τελετών και θυσιών. Στο κοινωνικό πεδίο, όπως και στην αρχαία Ασσυρία, ο Βραχμανισμός είχε διαιρέσει το σύνολο σε τέσσερις κληρονομικές τάξεις-κάστες: τους Βραχμάνους (ιερείς), τουςΞατρίας (πολεμιστές), τους Βαισίας (γεωργούς, τεχνίτες, εμπόρους) και τουςΣούδρας (εργάτες, υπηρέτες), απαγορεύοντας αυστηρά κάθε μεταξύ τους επιγαμία. Στο περιθώριο του κοινωνικού συνόλου, ανήκαν οι Παρίας ή Πάλλι, που ήταν οι από τα αρχαία χρόνια υποδουλωμένοι μαύροι ιθαγενείς που θεωρούνταν ακάθαρτοι και βέβηλοι.

Συμπερασματικά, από όλα τα προηγούμενα φαίνεται πως δεν είναι πιθανόν ότι ο περίφημος Σέσωστρης έφερε στην Ασία τη θρησκεία των Αιγυπτίων[20], ούτε ότι η καταδίωξη του Καμβύση εξανάγκασε τους Αιγύπτιους ιερείς να εκπολιτίσουν την Ινδία[21]. Αλλά πως τελικά η Αίγυπτος χρησίμευσε ως ενδιάμεσος ανάμεσα στην Ασία και την Ελλάδα και ήταν το κύριο κανάλι του πνευματικού εμπορίου, που διεξαγόταν ανάμεσα σ΄αυτές τις δύο χώρες από τους πρώϊμους χρόνους. Αν και η Αίγυπτος από πολλές απόψεις παρουσιάζει αναμφίβολα ένα μοναδικό θέαμα στα χρονικά του κόσμου, τίποτε δεν δείχνει να την καλεί να γίνει η εστία της πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Διάφορα τοπικά έθιμα, μερικά εθνικά σύμβολα δεν αποδεικνύουν ότι η θρησκεία των Αιγυπτίων δεν ήταν ασιατικής καταγωγής. Αλλά και αν ακόμα η Αίγυπτος δεν εφεύρε τίποτα, διετήρησε όμως τα πάντα, ακόμα και η αυστηρότητα της κυβέρνησής της και η πανάρχαια ύπαρξή της εξυπηρετούσαν, κατά περίεργο τρόπο, το σκοπό αυτό.

Η Αίγυπτος δικαιολογημένα, ωστόσο, μπορεί να θεωρηθεί ως το αληθινό νήμα που συνέδεε την Ασία με την Ευρώπη. Η Αίγυπτος μετέδωσε στους Έλληνες τις ανατολικές παραδόσεις αφού τις τροποποίησε. Ανάμεσα στις θρησκευτικές δοξασίες των Ελλήνων ό,τι διαφέρει από την Αιγυπτιακή θεολογία χρησιμεύει ακριβώς ως διακριτικό γνώρισμα των δυο λαών. Αυτές οι παραδόσεις, που στην Αίγυπτο έχουν μια φυσιογνωμία σκοτεινή και μακάβρια, προσαρμόστηκαν στο γελαστό κλίμα και την ωραία φαντασία των Ελλήνων. Κάθε ουδέτερος άνθρωπος, συνεχίζει ο Ouvaroff, θα δει στην Ανατολή το λίκνο των θρησκευτικών παραδόσεων και των φιλοσοφικών δοξασιών (σ. 43).

Άλλοι συγγραφείς διαφωνούν με την ύπαρξη ενός κοινού κέντρου, όπως οCarpenter  που λέει[22], ότι αυτό οφείλεται στο ότι οι ιδέες αυτές αποτελούσαν αυθόρμητα δημιουργήματα του ανθρώπινου πνεύματος σε ορισμένα στάδια της εξέλιξής του, ανεξαρτήτως τόπου, και πως γεννήθηκαν από την εμφάνιση της αυτοσυνειδησίας και της ατομικότητας, χωρίς να έχει υπάρξει απαραίτητα κάποια επίδραση. Οι δυο απόψεις, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι κάθετα αντίθετες, αφού συμφωνούν στη διαπίστωση μιας κοινής θρησκευτικής αρτηρίας, αν και διαφωνούν ως προς την δημιουργία της. Δεν αποκλείεται εντελώς το γεγονός, ότι η αυτοσυνειδησία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες της ανθρώπινης φύσης και της λειτουργίας των φυσικών δυνάμεων, είναι δυνατόν να δημιούργησε ίδιες ή παραπλήσιες αντιλήψεις για αυτές. Είναι ωστόσο μάλλον απίθανο, διαφορετικοί λαοί, να οδηγήθηκαν με αυτόματο τρόπο στην διατύπωση ή στη σύλληψη ιδεών, που σχετίζονται λεκτικά και εννοιολογικά μεταξύ τους με ακρίβεια, χωρίς να έχει προηγηθεί μια κάποια μεταφορά τους.

Γιατί, είναι λογικό, βέβαια, ότι ο Ήλιος λατρεύτηκε ως φυσικό πρότυπο από όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν παρόμοια αντίληψη για το κοινό στη θέα ουράνιο σώμα, αισθητό με τις ίδιες ιδιότητες σε όλη τη γη, ώστε η μορφοποίησή τους να εμφανίζει εκπληκτικές ομοιότητες, χωρίς να τίθεται σαν αναγκαία προϋπόθεση η μεταξύ τους επικοινωνία και επίδραση. Όμως το να καταλήξουν λαοί απομακρυσμένοι να υιοθετήσουν κοινές έννοιες και λέξεις που σημαίνουν τα ίδια πράγματα, όπως π.χ., η λέξη Paksch και παξ, ή θεός και Τεός (στους Ίνκας), χωρίς να έχει προηγηθεί μεταξύ τους μια οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία και επίδραση, νομίζω πως δεν αντέχει στη λογική.


Το κείμενο είναι απόσπασμα της μελέτης μου: «Τα Φυσικά Πρότυπα στην Τέχνη και στη Θρησκεία-Μια επισκόπηση της εξέλιξης του πολιτισμού»
(Β΄ Μέρος: ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Κεφ 1. ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ,(Η διαλεκτική των φυσικών προτύπων και της λογικής) παρ: 1:6



[1]  (ΔΙΟΔΩΡΟΣ: Ι, 29: Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει σε ένα άλλο χωρίο: φιλοτιμότερον ήπερ αληθινώτερον, ώς γε μοι φαίνεται, αναφερόμενος στους Αιγύπτιους (Ι, σελ. 17).
[2] (Mem. De l’ Acad. Des Inscript., τόμ. XXXI),
[3]  SER. OUVAROFF «Ελευσίνια Μυστήρια», Εκδ. «Δημιουργία», Αθήνα 1991, Γ΄ Έκδοση, Paris, 1816. (σ. 90, σημ. α΄)
[4]  Βενετία, 1729, τομ Ι., σελ. 14, εκδ. Cange.
[5]  Praep.evang. III, σ. 115.
[6]  Asiatic Researcher, τομ. ΙΙΙ, σ. 571.
[7]  As. Res., τομ. ΧΙ, σ. 94.
[8] ΗΡΟΔ: Βιβλίο ΙΙ, κεφ.50 «Εξάλλου όλες σχεδόν οι ονομασίες των θεών έχουν έρθει στην Ελλάδα από την Αίγυπτο. Γιατί οι πληροφορίες που συγκέντρωσα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια είναι πως έχουν έρθει απ΄τον κόσμο των βαρβάρων, λοιπόν πιστεύω ότι προήλθαν κυρίως από την Αίγυπτο. Γιατί άν εξαιρέσουμε τον Ποσειδώνα και τους Διόσκουρους και την Ήρα και την Εστία και τη Θέμιδα και τις Χάριτες και τις Νηρηίδες, τις ονομασίες των άλλων θεών τις είχαν ανέκαθεν οι Αιγύπτιοι στη χώρα τους, και λέω ό,τι λένε οι Αιγύπτιοι απ΄τη μεριά τους». Ταύτισε μάλιστα τον Άμωνα με τον Δία, ενώ ο Φθα ταυτιζόταν με τον Ήφαιστο, ο Ώρος με τον Απόλλωνα, η Νεθ με την Αθηνά και ο Θωτ ήταν εκείνος που οι Έλληνες αποκαλούσαν Ερμή.
[9] Βλ. SER. OUVAROFF «Ελευσίνια Μυστήρια», Εκδ. «Δημιουργία», Αθήνα 1991, Γ΄ Έκδοση, Paris, 1816.
[10]  Σ. ΒΑΛΛΑΣ:  «Μινω-μυκηναϊκός Διόνυσος» Εκδ. Λιβάνη-Αθήνα 1993 -αυτ. σ. 222.
[11] ΗΣΙΟΔΟΣ-Λεκατσά. Bandry Revae German, 1861, σελ. 362.
[12] ΔΙΟΔΩΡΟΣ: ΙΙ, 87: πάντα (έθνη) δοκείν υπάρχειν αυτόχθονα. Nonn Dionys., I, XXXIV, 182: Ινδών γηγενέων μιμήσαντο πάτριον αλκήν,
[13] Φιλόστρατος, Vit. Apoll. III, 6. Lucian. Fugit.
[14] Παυσανίας, Μεσσηνιακά, 32.
[15]  Στρωματείς Ι, σελ. 305. Ιέρων, adv. Jov. I
[16]  Mem.De l’ Acad. Des Inscript. Τομ.XXΧI,. σελ. 234.
[17]  «Αν θεωρήσουμε τον Όσιρι, όχι ως όνομα αλλά ως τίτλο θα βρούμε μια απόλυτη ομοιότητα αυτού με τον Ισβάρα, τον ανώτατο θεό των Ινδών, ομοιότητα που μαρτυρεί τη στενή σχέση των δύο θρησκειών. Τα χαρακτηριστικά της θεότητας υψώθηκαν σε θεότητες και οι πιστοί, χωρισμένοι σε αιρέσεις, λάτρεψαν ή τον Βράχμα, ή τον Βισνού ή τον Σίβα. Η αίρεση του Βράχμα ζητούσε την ανωτερότητα ως παραγωγική αρχή, αλλά οι οπαδοί των άλλων δύο δογμάτων ενώθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τη λατρεία του Βράχμα. Η αίρεση του Σίβα, που ήταν η πιο πολυάριθμη, ζήτησε με τη σειρά της, για τον Σίβα, την αποκλειστική επωνυμία του Ισβάρα. Τέλος η αίρεση του Βισνού βγήκε από το σκοτάδι της και μαζί με τους οπαδούς της Σάκτι, αρχής παθητικής ή θηλυκής, κατέστρεψε και αφάνισε τη λατρεία του Σίβα και έγινε η κυρίαρχη θρησκεία. Παρόμοια είναι και η ιστορία των θρησκευτικών αιρέσεων στην Αίγυπτο, γιατί αν υποκαταστήσουμε τον Βράχμα με τον όσιρι, τον Βισνού με τον Ώρο, τον Σίβα με τον Τυφωέα και την παθητική αρχή με την ΄Ισιδα, ο πίνακας είναι τέλειος από κάθε άποψη. Αυτό το πλησίασμα είναι πολύτιμο εφόσον αιτιολογεί όλες τις ποικιλίες που βρίσκονται τόσο στους ινδικούς όσο και στους αιγυπτιακούς μύθους». PATERSON: « on the origin of the Hindu religion» As. Res., τομ. VIII, σ. 44.
[18] Οι επαίτες ασκητές του Σίβα έφεραν κρεμασμένο στο λαιμό τους το σύμβολό του, τον Φαλλό.
[19] ΗΡ: ΙΙ, 49.
[20] (Recherches, sur les Mysteres du Paganisme, (Saint-Croix). Σελ.8. Ηρόδοτος, ΙΙ, σελ. 401, σημείωση 389, στη μετάφραση, στα γαλλικά, απ΄τον Larcher. Α΄έκδοση)
[21] Kaempfer, Ιστορία της Ιαπωνίας, Ι, κεφ. 2, σελ. 33.
[22] ED. CARPENTER: ό.π., σελ. 114.

Δεν υπάρχουν σχόλια: