Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ο Λόγος του Ποιητή – Προφητικός



Στις 27 Ιανουαρίου 1973 ο Οδυσσέας Ελύτης έδωσε συνέντευξη στα ΝΕΑ, στον Γιώργο Πηλιχό.
Ποιο θέμα σας απασχολεί περισσότερο αυτό τον καιρό;
- "Τι θα γίνει η Ελλάδα! Σαν φορέας ενός ειδικού πολιτισμού και μιας ένδοξης γλώσσας. Έκλεισα τα εξήντα μου χρόνια κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μόνο καταστροφές έχουνε δει τα μάτια μου. Και θαυμαστές αντιδράσεις, που όλες τους πήγαν χαμένες από τα ίδια μας τα χέρια. Δεν ξέρω... Θα 'θελα να κοιμηθώ μια μέρα και να ξυπνήσω σ' έναν αιώνα όπου και τα πουλιά να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια".

(σ.σ.: 40 χρόνια μετά, την Ελλάδα που τόσο αγάπησε ο ποιητής, την σκεπάζει το σάβανο της βαρβαρότητας.) Θα πει ο ίδιος, τρία χρόνια αργότερα: "Βλέπω τη βαρβαρότητα να 'ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του...". Κι αναρωτιέται παρακάτω για ποιο λόγο παλεύει νυχθημερόν ο ποιητής. "Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ' αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι' αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό".

Σήμερα, που το παρόν είναι άνυδρο και το μέλλον ανύπαρκτο, ας αναστοχαστούμε τι έλεγε ο ποιητής την επαύριο (1982) της «Αλλαγής»"Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζεται και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σ' έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας (διάβαζε: Αμερικάνας). Και υπάρχει η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη και αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ. Τουλάχιστον εγώ, γι' αυτήν υπάρχω".

Σήμερα, απεγνωσμένα αναζητούμε τη δεύτερη Ελλάδα. Θα την βρούμε άραγε;

[ΠΗΓΗ: Τα αποσπάσματα του Ελύτη προέρχονται από το βιβλίο "Συν τοις άλλοις", από τις εκδόσεις Ύψιλον, με 37 συνεντεύξεις του ποιητή]. http://dimichri65.blogspot.gr/


«Θα 'θελα να κοιμηθώ μια μέρα και να ξυπνήσω σ' έναν αιώνα όπου και τα πουλιά να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια» 
Οδυσσέας Ελύτης


Αναδημοσίευση από :

1 σχόλιο:

Samurai είπε...

ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ


Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα,ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης,απλωμένη μέσα στο κορμί του,σαν τι φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό,ακατανίκητης σαν τη μουσική
και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθάνουμε,αν πεθαίνει,δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος
κανείς.

Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πω,σε μια στιγμή
μεγάλης ευδαιμονίας ποια είναι αυτή η αγάπη'
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά,κι ακούω
το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου,πάλι και πάλι,το φάντασμα του Οδυσσέα,
με μάτια κοκκινισμένα από του
κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί
τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του
που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος,ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ' ασπρισμένα
του γένια, λόγια της γλώσσας
μας, όπως τη μιλούσαν
πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το
δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από
το ξεροβόρι από την
κάψα κι από τα χιόνια.

Θά'λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα
που βλέπει μ'ένα μάτι τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς,τη Σκύλα και τη Χάρυβδη απ'
ανάμεσό μας'
τόσα περίπλοκα τέρατα,που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε
πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος
που πάλεψε μέσα στον κόσμο,με
την ψυχή και το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας'εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο
και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ'αρμηνέψει πως να φτιάξω
κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να
κερδίσω τη δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη,χωρίς προσπάθεια,
λες με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς,
που ακουμπισμένοι στα
δίχτυα τους,την ώρα που
χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

μου λέγανε,στα παιδιά μου χρόνια,
το τραγούδι του
Ερωτόκριτου,με τα δάκρυα στα μάτια'
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την
αντίδικη μοίρα της Αρετής να
κατεβαίνει τα μαρμαρένια
σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά
του καραβιού σου φουσκωμένα
από τη θύμηση και την ψυχή
σου να γίνεται τιμόνι.
Και να'σαι μόνος,σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος
σαν τ'άχερο στ' αλώνι.

Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία,σκορπισμένους:έναν-έναν.
Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους,'οταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.

Μιλά...βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
Να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στην καρδιά του Χειμώνα.


Πόσοι είναι οι 'Ελληνες που έχουν τον Οδυσσέα μέσα τους;Πόσοι έχουν νιώσει την αρμύρα της θάλασσας έχοντας ταξιδέψει ψάχνοντας τον καπνό από τα σπίτια της πατρίδας;
Πόσοι είναι αυτοί που τραγουδούν τον Ερωτόκριτο κι έχουν δάκρυα στα μάτια;
Λίγοι απομείνανε θαρρώ και κινδυνεύουν.
Με δαμασμένες ψυχές και καρδιές λίγα τα περιθώρια για ταξίδια.
Σα λείψει η φλόγα της αναζήτησης γίνονται όλοι απλώς.. τουρίστες.