Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Γιάννης Τριάντης : Απέναντι στον καθρέφτη


«Οι πιο ενδιαφέροντες αγώνες είναι αυτοί που έχει να δώσει ενάντια στον εαυτό του» Σαρλ Μπωντλαίρ

Για τον Ντελακρουά μιλούσε ο Μπωντλαίρ. Αλλά ήταν σα να αφορούσε εμένα ο αφορισμός του, έτσι που χάζευα τα ακίνητα  βιβλία στη βιβλιοθήκη και ένιωθα να μ’ αγγίζει απαλά στο στήθος η σαΐτα του διεισδυτικού στοχαστή, αποσπασμένη από τα περίφημα Αισθητικά Δοκίμια...

Κολυμπούσα στα μαύρα σκοτάδια του προσωπικού ανεξήγητου –έτσι με βόλευε να χαρακτηρίζω την εσωτερική μου ακαταστασία– και ήταν αδύνατο να δώσω σημασία στον ισχυρισμό του Μπωντλαίρ αλλά και στο ειδικό βάρος του τυπωμένου κόσμου που βρισκόταν απέναντι, στη διακριτικά δοτική βιβλιοθήκη. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειαζόμουν ούτε στίχους ούτε φιλοσοφημένες σκέψεις ούτε καν αγαπημένες μουσικές που συχνά με περνούν στην όχθη μιας εγκεφαλικής ευτοπίας, έτσι που φουσκώνουν μέσα μου σαν αεράκι το πανί ανακουφιστικών συλλογισμών και καταπραϋντικής παρηγοριάς.


Αλλά εκείνο το βράδυ είχε άπνοια η διάθεση. Ήξερα τι φταίει, αλλά είχα δυσκολία να ομολογήσω την αδυναμία μου, να παραδεχτώ την ήττα σ’ ένα ζόρικο προσωπικό παιχνίδι και να το πάρω απόφαση, να συμφιλιωθώ με τη σκληρή πραγματικότητα, να προχωρήσω με τις χαρακιές ευδιάκριτες –τίμημα ή παράσημο, δεν έχει σημασία– και να ελευθερωθώ από τους δαίμονες που με παρασέρνουν στις ίδιες καθηλωτικές και αδιέξοδες σκέψεις.

Αίφνης υψώθηκε μέσα μου ένα συντριπτικό ερώτημα, που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση «δάσκαλε, που δίδασκες» και το οποίο έφερε πάλι στην πρώτη γραμμή τον αφορισμό του Μπωντλαίρ για τους αγώνες ενάντια στον εαυτό μας. Μην τα πολυλογώ, εγώ είμαι εκείνος που είχα αντιστρέψει μια τρυφερή προτροπή της Φρανσουάζ Σαγκάν, τον τίτλο ενός θεατρικού έργου της που έλεγε «Μην προσπερνάς την ευτυχία» και τον είχα μετατρέψει αυθαίρετα αλλά με την αυτοπεποίθηση του κατασταλαγμένου στωικού στο αντίθετό του: «Μην προσπερνάς τη δυστυχία»...

Δεν μετανιώνω για την αντιστροφή αυτή. Τις δύσκολες στιγμές, ακόμη και τις οριακές –με εξαίρεση βαριές αρρώστιες και θανάτους– τις ένιωθα και τις βίωνα σχεδόν ισοϋψώς με τις καλές, ανέμελες και ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Δεν επρόκειτο για επιπόλαιη χορογραφία λέξεων ούτε για ασυγχώρητη ελαφρότητα εγγενούς μαζοχισμού. Ήταν πεποίθηση, που με βοηθούσε να κωπηλατώ στον ωκεανό της υπαρξιακής μου αγωνίας και να τα βγάζω πέρα με τα κύματα που ταλανίζουν το ανθρώπινο καρυδότσουφλο που είμαστε. Μια χαρά με βόλευε η αντιστροφή αυτή. Έδινε νόημα και πνοή στο καθετί του καθεμέρα μου. Αλλά τώρα; Τώρα που νιώθω ναυαγός σε απρόσιτη ξέρα, γιατί δεν μακαρίζω τη δυστυχία μου; Γιατί αφήνω στην άκρη τη στωικότητα που προϋποθέτει και επιστρέφω στο ίδιο τέλμα σαν μοτοσυκλέτα χωρίς οδηγό που συντρίβεται στον «γύρο του θανάτου»;

Ήξερα τι φταίει μέσα μου αλλά δεν είχα τη δύναμη να το παραδεχτώ. Δεν μπορούσα να αγωνιστώ εναντίον του εαυτού μου, να συντρίψω τα απροσπέλαστα βραχώδη του εγωισμού και να βουτήξω στο καθαρτήριο ποτάμι της παραδοχής. Ένιωθα ακίνητος σαν θλιμμένο άγαλμα, ώσπου κάτι άρχισε να κινείται στον κόσμο της εσωτερικής μου λιμνοθάλασσας. Ξεπήδησαν σαν εισαγγελικές ερωτήσεις σε ποινική δίκη κάτι δικές μου στιγμές ενός άτεγκτου απόλυτου απέναντι στους άλλους. Φέρ’ ειπείν, η παροιμιώδης δυσανεξία μου απέναντι σε φοβισμένους ανθρώπους ή σε κάποιους που νιώθεις τη χειραψία τους σαν σβησμένο κάρβουνο στο χέρι σου ή –τόσο συχνά μου συμβαίνει– απέναντι στις ψιμυθιωμένες γυναίκες που προσπαθούν απεγνωσμένα να δείξουν άλλες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταστούν προσπελάσιμες, να είναι έστω και παροδικά θελκτικές, αν και το ξέρουν ότι είναι καταδικασμένες να ζουν αθέατες ή υποφωτισμένες στην πολύβουη αγορά της ζήτησης...

Όλους αυτούς τους έριχνα στον Καιάδα, χωρίς να στρέψω ούτε στιγμή τα φώτα μου στον προσωπικό τους λαβύρινθο, στο δικό τους ευπρόβλητο υπόστεγο, που ποιος ξέρει τι θυελλώδεις άνεμοι, ποιες συγκυρίες, ποια τύχη κακή, ποια μοίρα το έχουν καταστήσει ψυχρό, απρόσωπο, φοβισμένο, αδιάφορο και απωθητικό...

Αυτό ήταν. Ασυναίσθητα εκτόξευα απαιτητικά ερωτήματα προς εαυτόν για χίλια δυό, και ένιωθα μέσα στο μαύρο σκοτάδι να προβάλουν μικρές μαρμαρυγές. Δεν ξέρω αν με είχε επηρεάσει ο αφορισμός του Μπωντλαίρ. Ήξερα όμως ότι ασυναίσθητα είχα μπει στον αγώνα. Για την έκβαση, τι να σας πω; Ούτε ο καθρέφτης απέναντί μου ήταν σίγουρος...


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 16/05/2013 (Τεύχος 187)

Αναδημοσίευση από :
http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=61033&category_id=100

Δεν υπάρχουν σχόλια: